Identity and belonging
Ταυτότητα και το ανήκειν
By the end you can
- Discuss how language shapes identity
- Reflect on where you feel at home
- Understand a reflective essay
Words and phrases
| Greek | Meaning | Example |
|---|---|---|
| η μητρική γλώσσα | (i mitrikí ghlósa) mother tongue | Η μητρική μου γλώσσα είναι τα αλβανικά, αλλά ονειρεύομαι στα ελληνικά. |
| δίγλωσσος | (dhíghlosos) bilingual | Το να είσαι δίγλωσσος είναι πλούτος. |
| νιώθω σαν στο σπίτι μου | (niótho san sto spíti mu) I feel at home | Στη Θεσσαλονίκη νιώθω σαν στο σπίτι μου. |
| το αίσθημα του ανήκειν | (to ésthima tu aníkin) the sense of belonging | Το αίσθημα του ανήκειν δεν έρχεται με ένα διαβατήριο. |
| η γλώσσα διαμορφώνει | (i ghlósa dhiamorfóni) language shapes | Η γλώσσα διαμορφώνει τον τρόπο που σκεφτόμαστε. |
| ανάμεσα σε δύο κόσμους | (anámesa se dhío kósmus) between two worlds | Μεγάλωσα ανάμεσα σε δύο κόσμους. |
| εναλλάσσω κώδικες | (enaláso kódhikes) I code-switch | Στο σπίτι εναλλάσσουμε κώδικες χωρίς να το καταλαβαίνουμε. |
| χαμένος στη μετάφραση | (chaménos sti metáfrasi) lost in translation | Συχνά νιώθω χαμένη στη μετάφραση. |
| ο μεταφραστής | (o metafrastís) the translator (a woman: η μεταφράστρια) | Ο μεταφραστής ζει ανάμεσα σε δύο γλώσσες και δύο ζωές. |
| η πατρίδα | (i patrídha) homeland | Πατρίδα είναι εκεί που σε καταλαβαίνουν. |
| με αφορά | (me aforá) it concerns me, it matters to me | Το ερώτημα αυτό με αφορά προσωπικά. |
| η αίσθηση της ξενότητας | (i ésthisi tis xenótitas) a feeling of being foreign | Η αίσθηση της ξενότητας δεν φεύγει ποτέ εντελώς. |
Then talk it through
A conversation about whether you feel at home in Greece. In the app you have this conversation out loud or typed, with the unit's goals to tick off and corrections at the end.